Ἀνδρέας Καρκαβίτσας: Ἡ γοργόνα

Πλανόδιον - Ιστορίες Μπονζάι

 

 

Ἀν­δρέ­ας Καρ­κα­βί­τσας

 

Ἡ Γορ­γό­να

 

Ε ΤΟ ΜΠΡΙΚΙτοῦ Κα­πε­τὰν Φα­ρά­ση ἀρ­μέ­νι­ζα μι­σο­κά­να­λα ἐ­κεί­νη τὴ νύ­χτα. Σπά­νια νύ­χτα! πρώ­τη καὶ τε­λευ­ταί­α θαρ­ρῶ στὴ ζω­ή μου. Τί εἴ­χα­με φορ­τω­μέ­νο; Τί ἄλ­λο ἀ­πὸ σι­τά­ρι. Ποῦ πη­γαί­να­με; Ποῦ ἀλ­λοῦ ἀ­πὸ τὸν Πει­ραιᾶ. Πρά­μα­τα καὶ τὰ δυ­ὸ ποὺ τὰ ἔ­κα­μα τὸ λι­γώ­τε­ρο εἴ­κο­σι φο­ρές. Μὰ ἐ­κεί­νη τὴ βρα­δυ­ὰ ἔ­νι­ω­θα τέ­τοι­ο πλά­κω­μα στὴν ψυ­χή, ποὺ κιν­τύ­νευ­α νὰ λι­γο­θυ­μή­σω. Δὲν ξέ­ρω τί μοῦ ἔ­φται­γε· θὲς ἡ γα­λη­νε­μέ­νη θά­λασ­σα, θὲς ὁ ξά­στε­ρος οὐ­ρα­νός, θὲς τὸ τσου­χτε­ρὸ λι­ο­πύ­ρι· δὲν μπο­ρῶ νὰ εἰ­πῶ. Μὰ εἶ­χα τό­σο βα­ρειὰ τὴν ψυ­χή, ἥ­βρε­σκα τό­σο σα­χλο­πλημ­μυ­ρι­σμέ­νη τὴ ζω­ή, ποὺ ἂν μὲ ἅρ­πα­ζε κα­νεὶς νὰ μὲ ρί­ξη στὸ νε­ρό, «ὄ­χι!» δὲ θά ‘λε­γα.

       Ὁ ἥ­λιος ἦ­ταν ὥ­ρα βα­σι­λε­μέ­νος. Τὰ χρυ­σο­πόρ­φυ­ρα συ­γνε­φά­κια, ποὺ συν­τρό­φευ­αν τὸ βα­σί­λε­μά του, σκά­λω­σαν κά­που μαῦ­ρα σὰν με­γά­λες κα­πνι­ές. Ὁ Ἀ­πο­σπε­ρί­της ἔ­λαμ­ψε κρυ­σταλ­λό­χι­ο­νο μέ­σα στὰ σκοῦ­ρα. Φά­νη­καν ψη­λὰ οἱ ἀ­στε­ρι­σμοὶ ἕ­νας κι ἕ­νας. Τὰ νε­ρά κά­τω πῆ­ραν ἐ­κεῖ­νο…

View original post 1,165 more words

Ηλίας Λάγιος, Ο τελικός κύκλος (Χ)

ΜΙΛΩΝΤΑΣ ΓΙΑ ΤΟ ΧΙΟΝΙ

hnGjYjmvzhx4939jl7AmTBDvo1_400

Και πάντα να ψυχορραγής, τέσσερις το πρωί, σκληρά χαράματα
κοντά,
σέ μιάν ολάδεια σάλα ψυχιατρείου.

Μ’έναν φραπέ σε πλαστικό ποτήρι σύντροφό σου και παρηγοριά,
με φώτα πετρωμένα ηλεκτρικά να σε ρυθμίζουν.

με τη ρωγμή στο πρόσωπο και βουρκωμένα μάτια.

και μήτε κάποιας το κορμί, και μήτε κάποιας τ’όνομα.

μόνον τα ηλίθια παράθυρα, άψυχα κι απαθή, να σε παρατηρούνε,
χωρίς κουβέντα και φιλία, με δίχως καν εχθρότητα.

ξάφνω, σώμα φωτός δειλή σκιά κρυφοπερνώντας,
χάραξε το αμετάβατο σκοτάδι-πιά καταδικό μου.

View original post